Το έργο αποτελεί μια μελέτη ιδεών με θέμα ένα καινοτόμο σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, στη θέση ενός υπάρχοντος σχολικού συγκροτήματος στη συμβολή των οδών Ιασωνίδου, Αγίας Σοφίας και Ολύμπου. Η μελέτη αποσκοπεί στην δημιουργία ενός βιοκλιματικού σύγχρονου κτιρίου, το οποίο θα χρησιμοποιείται τόσο ως χώρος εκπαίδευσης όσο και ως κοινωνικός χώρος και κέντρο πολιτισμού για τη γειτονιά. Η πρόταση χαρακτηρίζεται από τον δυναμικό σχεδιασμό του κτιρίου, το οποίο προσαρμόζεται στην τριγωνική κάτοψη του οικοπέδου, φέρει ενιαίο κεκλιμένο και φυτεμένο δώμα ενώ δεν ξεπερνάει το ύψος των επτά μέτρων από το επίπεδο του δρόμου, απορροφώντας την έντονη κλίση του εδάφους ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την ανθρώπινη κλίμακα ειδικά εφόσον πρόκειται για κτίριο που φιλοξενεί μικρά παιδιά.
Το προτεινόμενο κτίριο αναπτύσσεται στις τρεις πλευρές του οικοπέδου. Καλύπτεται από φυτεμένο, προσβάσιμο δώμα, το οποίο μειώνει τις ενεργειακές απώλειες του εσωτερικού και κατ’ επέκταση τις δαπάνες του ενώ ταυτόχρονα αποδίδει το σύνολο του εμβαδού του δώματος ως χώρο πρασίνου για τα παιδιά και τους επισκέπτες. Το κτίριο σχεδιάστηκε με στόχο να αποδώσει όσο το δυνατόν περισσότερο εμβαδό σε εξωτερικούς χώρους για αθλοπαιδιές αλλά και κοινωνικές συναθροίσεις τις ώρες λειτουργίας του ως πολιτιστικό κέντρο. Η τριγωνική κάτοψη ορίζει μια κεντρική αυλή, η οποία ‘’ανοίγεται’’ προς τον νότο και την οδό Ολύμπου, ώστε να έχει επαρκή φυσικό φωτισμό αλλά και να προστατεύεται από τους ισχυρούς βορειοδυτικούς ανέμους. Τμήμα του κτιρίου αποκολλάται από το κεκλιμένο έδαφος δημιουργώντας μια πυλωτή, αποδίδοντας τον χώρο αυτό και πάλι στην αυλή, προστατεύοντας από καιρικά φαινόμενα όπως η βροχή.
Οι όψεις του κτιρίου είναι υάλινες, κατασκευασμένες με το σύστημα ‘’curtainwall’’, ενώ το σύνολο του κτιρίου είναι μια ελαφριά κατασκευή πάνω σε μεταλλικό φορέα με στοιχεία εμφανούς σκυροδέματος. Το εσωτερικό διακρίνεται σε τρεις ζώνες. Η πρώτη φιλοξενεί το κεντρικό αμφιθέατρο. Έναν πολυχώρο διπλού ύψους με βιβλιοθήκη, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο ως χώρος διδασκαλίας όσο και ως χώρος παρουσιάσεων, εκθέσεων, πολιτιστικών εκδηλώσεων κλπ. Η δεύτερη ζώνη περιλαμβάνει την κύρια είσοδο από το βορρά καθώς και τα γραφεία καθηγητών και διευθυντή. Στην Τρίτη ζώνη φιλοξενούνται οι χώροι διδασκαλίας. Η κεντρική ιδέα γι’ αυτή τη ζώνη ήταν η υιοθέτηση εναλλακτικών τρόπων χωροθέτησης και διαχωρισμού των τάξεων με στόχο αυτές να μπορούν να προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα. Οι συμπαγείς τοίχοι αντικαθίστανται από ελαφρά κινητά πάνελ, πάνω σε ένα σύστημα ραγών, έτσι ώστε ο ενιαίος χώρος να μπορεί να διαιρείται σε μικρότερους ή μεγαλύτερους, φιλοξενώντας από τυπικές σχολικές τάξεις μέχρι χώρους βιωματικής εκμάθησης. Με αυτόν τον τρόπο, η αρχιτεκτονική βοηθάει στη δημιουργία ενός περισσότερο ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, στο οποίο το παιδί αποκολλάται από την ιδέα ενός σταθερού θρανίου και ενός πίνακα και καλείται να συζητήσει, να παίξει και να συνεργαστεί με την υπόλοιπη ομάδα, καλλιεργώντας έναν πιο ολιστικό τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων γύρω του.